Thymele Logo
Search

μιμόδραμα [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 8
Videos Icon 8
[1]

Ορισμός

Υβριδικό παραστατικό είδος που αποδίδει μια ενιαία δραματική πλοκή χωρίς τη χρήση προφορικού λόγου, μέσω της σωματικής δράσης, της μιμικής και της χειρονομίας, συχνά σε συνδυασμό με μουσική.

Ανάπτυξη

Το μιμόδραμα συνιστά μεικτό παραστατικό είδος, στο οποίο το νόημα συγκροτείται μέσω στυλιζαρισμένων δράσεων και χειρονομιών, χωρίς προσφυγή στον προφορικό λόγο. Η φόρμα του παρέμεινε ρευστή, καθώς ενσωμάτωσε στοιχεία από τη μιμική τέχνη, τον χορό, το τσίρκο και το εικαστικό θέατρο. Από τη μιμική τέχνη, η οποία εστίαζε στη δεξιοτεχνική απόδοση αυτοτελών ασκήσεων ή σύντομων νούμερων, το μιμόδραμα διακρίθηκε ως προς την έκταση και την πλοκή, οργανώνοντας ένα συνεκτικό δράμα μεγάλης διάρκειας. Κατά τούτο συγγένευσε με το χορόδραμα, από το οποίο όμως διαφοροποιήθηκε ως προς το κυρίαρχο εκφραστικό μέσο: στο χορόδραμα η αφήγηση συντελείται πρωτίστως μέσω της οργανωμένης χορευτικής κίνησης, ενώ στο μιμόδραμα μέσω της μιμικής χειρονομίας και της υποκριτικής πλαστικότητας του σώματος.


Από την αρχαιότητα έως τον 19ο αιώνα, το μιμόδραμα εντάχθηκε κυρίως στο πλαίσιο των λαϊκών παραστατικών τεχνών. Στη ρωμαϊκή περίοδο ο παντόμιμος [pantomimus] απέδιδε μυθολογικά επεισόδια με σιωπηλή, χορευτική μιμική υπό μουσική συνοδεία, θέτοντας πρώιμα ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του είδους. Στη νεότερη Ελλάδα, ανάλογες μορφές επιβίωσαν μέσα από τα εθιμικά δρώμενα της αποκριάς, όπως ο «Γάμος» στη Λευκάδα ή η «Κηδεία του Καρνάβαλου» στην Κρήτη, όπου η σάτιρα εκφραζόταν μέσω της σωματικής υπερβολής. Στα τέλη του 18ου και κατά τον 19ο αιώνα, ο όρος μιμόδραμα προσδιόρισε μεγαλειώδη λαϊκά θεάματα αφιερωμένα σε ιστορικά γεγονότα, με ζωντανούς πίνακες [tableaux vivants], χορογραφημένες μάχες και ακροβατικά.


Καθοριστική για τη διαμόρφωση του σύγχρονου μιμοδράματος υπήρξε η φυσιογνωμία του Jean-Gaspard Deburau [Ζαν-Γκασπάρ Ντεμπυρώ], του θρυλικού Pierrot [Πιερότου] του παρισινού Théâtre des Funambules, τον οποίο ο Théophile Gautier [Τεοφίλ/Θεόφιλος Γκωτιέ] αποκαλούσε «Σαίξπηρ των Funambules». Ο Deburau ανήγαγε τη σιωπηλή σωματική αφήγηση από λαϊκό θέαμα του βουλεβάρτου σε αυτοτελή δραματική τέχνη. Σε αυτή τη γενεαλογία στηρίχθηκαν, κατά τον 20ό αιώνα, οι μεταρρυθμιστές του είδους, οι οποίοι επανέφεραν τη μιμική στο επίκεντρο της σκηνικής γλώσσας. Ο Étienne Decroux [Ετιέν Ντεκρού], μαθητής του Jacques Copeau [Ζακ Κοπώ] στο Théâtre du Vieux-Colombier, θεμελίωσε τη σωματική μιμική [mime corporel], ενώ οι Jean-Louis Barrault [Ζαν-Λουί Μπαρρώ] και Marcel Marceau [Μαρσέλ Μαρσώ] διεύρυναν το αφηγηματικό της δυναμικό. Ο Marceau χαρακτήριζε τις συλλογικές παραστάσεις του θιάσου του ως μιμοδράματα και υιοθέτησε τον όρο «αφηγηματική μιμική» [mime narratif] για να τονίσει τη δραματική τους διάσταση. Έργα του όπως Το παλτό [Le Manteau], βασισμένο στο διήγημα του Νικολάι Γκόγκολ [Nikolai Gogol], άντλησαν το υλικό τους από τη λογοτεχνία, εξασφαλίζοντας ισχυρή αφηγηματική δομή.


Παράλληλα, σημαντικοί δραματουργοί και σκηνοθέτες προσέγγισαν το μιμόδραμα ως μέσο διεύρυνσης της θεατρικής γλώσσας πέρα από τον λόγο: ο Jean Cocteau [Ζαν Κοκτώ], ο Paul Claudel [Πωλ Κλωντέλ] ανέδειξαν τη σιωπηλή σκηνική δράση ως αυτόνομο αφηγηματικό μέσο, ενώ ο Samuel Beckett [Σάμιουελ Μπέκετ] έγραψε καθαρά μιμοδράματα, όπως τα Actes sans paroles [Πράξεις χωρίς λόγια] (1956-1959). Στην ελληνική σκηνή, η Ασπασία Κράλλη, μαθήτρια του Marceau, ίδρυσε το Θέατρο Σιωπής και παρουσίασε μιμοδράματα εμπνευσμένα από την αρχαία τραγωδία, μεταξύ των οποίων τη Μήδεια από σιωπή (βασισμένη στη Μήδεια του Ευριπίδη) και τον Πενθέα πάσχοντα (αντλώντας από τις Βάκχες). Στοιχεία του είδους εντοπίζονται επίσης στο σκηνοθετικό έργο του Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον] και του Δημήτρη Παπαϊωάννου [Dimitris Papaioannou], ενώ στη μουσική, συνθέσεις του Ιγκόρ Στραβίνσκι [Igor Stravinsky] και του Darius Milhaud [Νταριούς Μιγιώ] χαρακτηρίστηκαν μιμοδράματα λόγω της έντονης αφηγηματικής τους υφής. Με τον όρο μιμόδραμα περιέγραψε επίσης ο συνθέτης Ναπολέων Λαμπελέτ [Napoleon Lambelet] το μουσικοθεατρικό του μονόπρακτο Το Όνειρο του Πιερότου (1916).


Τέλος, ορισμένες παραδόσεις της Άπω Ανατολής καλλιέργησαν πυκνά κωδικοποιημένες μορφές μιμικής αφήγησης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ινδικό abhinaya, δηλαδή το σύστημα εκφραστικής χειρονομίας και προσωπικής μίμησης [mukhabhinaya] που διέπει είδη όπως το Κατακάλι [Kathakali]. Σε αυτές τις επιτελέσεις ο/η ερμηνευτής/ερμηνεύτρια λειτουργεί ως φορέας ενός ολοκληρωμένου συστήματος επικοινωνίας, θεμελιωμένου στην πειθαρχία του σώματος και της χειρονομίας, στοιχείο που επιβεβαιώνει τον διαπολιτισμικό χαρακτήρα του είδους.

Αγγλικά
mimodrama
Γαλλικά
mimodrame, le
Γερμανικά
Mimodrama, das
Ιταλικά
mimodramma, il

Σχετικοί όροι

μιμική τέχνη, παντομίμα, μίμος, θέατρο της σιωπής, μιμοθέατρο

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Απ’ τις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα ακμάζει το καθαρά λαϊκό μιμόδραμα. Το είδος αυτό, που δρά προπάντων στην Αλεξάνδρεια, στον Τάραντα και στις Συρακούσες — σε πολιτείες μ’ ελληνικό αίμα κ’ ελληνική λαλιά — ξαναφέρνει στο επίκεντρο της αναπαραστατικής ψυχαγωγίας τον αυτοσχεδιασμό. Είναι μια μορφή θεάτρου, τόσο αγαπητή στο λαό, που δε θα εξαφανιστεί απ' τις σκηνές του πολιτισμένου κόσμου — όπου κι αν μεταφέρεται ο πολιτισμός — στους δεκατρείς αιώνες, που λογαριάσαμε παραπάνω. Θα επιζήσει ίσαμε τα χρόνια, όπου αρχίζει να παίρνει μορφή — όχι, φυσικά, απ’ το τίποτα, όπως υποστηρίζουν όσοι πιστεύουν στα θαύματα — η αυτοσχέδια Ιταλική Κωμωδία.»

Το απόσπασμα αναφέρεται στην ακμή του λαϊκού μιμοδράματος από τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. και στη συμβολή του αυτοσχεδιασμού στη διαμόρφωση του είδους, το οποίο διατηρήθηκε στη θεατρική παράδοση έως την εμφάνιση της ιταλικής Κωμωδίας.

Σολομός, Α. (Ιουλ-Αύγ.1965). Commedia dell’arte: η παντοκρατορία του ηθοποιού. Θέατρο: Δίμηνη Θεατρική Επιθεώρηση, 22, σσ. 15-29. Αθήνα: Κώστας Νίτσος. Βλ. σ. 19.

Quote Icon

"Le mimodrame moderne est un théâtre sans paroles reposant sur un canevas dramatique, différent de la pantomime par le fait que cette dernière repose essentiellement, non sur l’action, mais sur l’imitation de comportements, où la mimique compte beaucoup. Le mimodrame du XIX' siècle est illustré par le célèbre Deburau, appelé par Théophile Gautier « Shakespeare aux Funambules » (voir le film de M. Carné, Les Enfants du paradis), et au XX' siècle par J.-L. Barrault, ainsi que par les mimes Marceau et Decroux, ce dernier s’interdisant de faire reposer l’action sur la mimique."


«Το σύγχρονο μιμόδραμα είναι ένα θέατρο χωρίς λόγια, που στηρίζεται σε ένα δραματικό καμβά και διαφέρει από την παντομίμα κατά τούτο: η τελευταία δεν στηρίζεται ουσιαστικά στη δράση, αλλά στη μίμηση συμπεριφορών, όπου η μιμική έχει ιδιαίτερη σημασία. Το μιμόδραμα του 19ου αιώνα εκπροσωπείται από τον περίφημο Deburau [Ντεμπυρώ], τον οποίο ο Théophile Gautier [Τεοφίλ Γκωτιέ] αποκαλούσε "Σαίξπηρ των Funambules" (βλ. την ταινία του M. Carné [Μ. Καρνέ], Les Enfants du paradis [Τα παιδιά του παραδείσου]), και τον 20ό αιώνα από τον J.-L. Barrault [Ζ.-Λ. Μπαρρώ], καθώς και από τους μίμους Marceau [Μαρσώ] και Decroux [Ντεκρού], ο τελευταίος από τους οποίους αρνείται να στηρίζει τη δράση στη μιμική.»

Η Anne Ubersfeld [Ανν Υμπερσφέλντ] ορίζει το μιμόδραμα ως «θέατρο χωρίς λόγια» που στηρίζεται σε δραματικό καμβά, διακρίνοντάς το ρητά από την παντομίμα, η οποία δεν εδράζεται στη δράση, αλλά στη μίμηση συμπεριφορών. Το σχόλιο επιβεβαιώνει τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των ειδών: στο μιμόδραμα κυριαρχεί η δραματική δράση, ενώ στην παντομίμα η μιμητική απόδοση χαρακτήρων και συμπεριφορών. Χαρακτηριστική είναι η μνεία στον Étienne Decroux, ο οποίος αρνούνταν να στηρίξει τη δράση του μιμοδράματος στη μιμική, αναδεικνύοντας τη σωματική δράση ως αυτόνομο αφηγηματικό μέσο.

Ubersfeld, A. (1996). Les termes clés de l’analyse du théâtre. Paris: Seul. Βλ. σ. 52.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Απόσπασμα από την ταινία Les Enfants du Paradis [Τα παιδιά του Παραδείσου], σε…

Σκηνή από τη γαλλική ταινία Deburau (1951), σε σκηνοθεσία και σενάριο του Sacha Guitry [Σασά…

Ο Étienne Decroux στο μιμόδραμα Le Passage des Hommes sur la Terre [Το πέρασμα…

Οι Wolfram von Bodecker [Βόλφραμ φον Μπόντεκερ] και Alexander Neander [Αλεξάντερ Νεάντερ], μαθητές του…

Η Suite pour un mimodrame [Σουίτα για ένα μιμόδραμα] (1951) του Maurice Ohana…

Σύντομη παρουσίαση μαθήματος σωματικού μιμοδράματος με τον Lionel Comellas. Μασσαλία, Théâtre du Mimodrame, 2010.

Μουσικό απόσπασμα από το έργο Η Ιστορία του Στρατιώτη [L’Histoire du soldat, 1918],…

Κινηματογραφική εκδοχή του έργου Acte sans paroles II [Πράξη χωρίς λόγια II] (1959)…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ο Charles Deburau ως Πιερότος στη φωτογραφία των αδελφών Nadar, Pierrot photographe (1854-1855).

Η Sidonie-Gabrielle Colette [Σιντονί-Γκαμπριέλ Κολέτ] και ο Georges Wague [Ζωρζ Βαγκ] στο μονόπρακτο μιμόδραμα L'Oiseau…

Ο Jean-Louis Barrault σε σκηνή από την ταινία Les Enfants du Paradis [Τα παιδιά…

Στιγμιότυπο των Jean-Louis Barrault και Étienne Decroux από την ταινία Les Enfants du Paradis [

Φωτογραφία από το μιμόδραμα Το καπέλο μελόν [Le chapeau Melon] (1997) του Marcel…

Ο Marcel Marceau στο μιμόδραμα Le Manteau [Το παλτό], βασισμένο στο ομώνυμο διήγημα…

Στιγμιότυπο από την παράσταση Πράξη χωρίς λόγια Ι [Acte sans paroles Ι] (1956) του…

Στιγμιότυπο από την παράσταση Πενθέας Πάσχων της Ασπασίας Κράλλη, βασισμένη στις Βάκχες του Ευριπίδη. Από…

βασική

Decroux, É. (1985). Paroles sur le mime. Paris: Gallimard.

Kennedy, M. (2013). The Oxford dictionary of music (6η έκδ.). Oxford: Oxford University Press.

Kühnl-Kinel, A. (1999). Marcel Marceau, contribution à l'étude de l'art du mime. Villeneuve-d'Ascq: Presse Universitaire de Septentrion.

Leabhart, T. (2007). Étienne Decroux. London: Routledge.

Lecoq, J. (2002). The moving body: Teaching creative theatre (D. Bradby, Μετ.). London: Methuen.

Martinez, A. (2008). La pantomime, théâtre en mineur: 1880-1945. Paris: Presses Universitaires.

Pavis, P. (2000). Vers une théorie de la pratique théâtrale: Voix et images de la scène (Nouvelle édition revue et augmentée). Villeneuve-d'Ascq: Septentrion.

Pougin, A. (1885). Dictionnaire pittoresque et historique du théâtre. Paris: Firmin-Didot.

Storey, R. F. (1985). Pierrots on the stage of the nineteenth century. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Μπάρμπα, Ε., & Σαβαρέζε, Ν. (2008). Η μυστική τέχνη του ηθοποιού: Ένα λεξικό θεατρικής ανθρωπολογίας. Αθήνα: ΚΟΑΝ.

Πλωρίτης, Μ. (1990). Μίμος και Μίμοι. Αθήνα: Καστανιώτης.

Σολομός, Α. (1987). Ο Άγιος Βάκχος ή άγνωστα χρόνια του ελληνικού θεάτρου. Αθήνα: Δωδώνη.

συμπληρωματική

Christout, M.-F. (1965). Le merveilleux et le “théâtre du silence” en France à partir du XVIIe siècle. Mouton, Paris-La Haye: Mouton.

Lecoq, J. (2006). Theatre of movement and gesture. London: Routledge.

Tilburg, P. A. (2009). Colette's republic: Work, gender, and popular culture in France, 1870-1914. New York: Berghahn Books.

Ντάφλος, K. (2023). Χωροθετήσεις της γραφής, ετεροτοπίες της ανάγνωσης: Η αρχιτεκτονική της εικαστικής πράξης. Αθήνα: Κάλλιπος.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. μιμόδραμα. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/μιμόδραμα

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «μιμόδραμα». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/μιμόδραμα.

MLA

«μιμόδραμα». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/μιμόδραμα.

1344